Από την Κολομβία στον Παναμά – Μέρος 2

Στον ιστιοπλοϊκό όμιλο της Καρταγένα, το Club de Pesca, είχαν μαζευτεί όλοι οι πλούσιοι, η άρχουσα τάξη της πόλης, για αγώνες εφελκυστίνδας. Η εφελκυστίνδα ( Tug War ) είναι ένα αρχαιοελληνικό παιχνίδι πού διαδόθηκε στον κόσμο όλο. Δύο ομάδες από οκτώ άτομα η κάθε μία κρατάνε το ίδιο χοντρό σχοινί και κάθε μία το τραβάει προς το μέρος της προσπαθώντας να παρασύρει την άλλη. Είναι ένα παμπάλαιο ομαδικό παιχνίδι δύναμης. Οι ομάδες στο Club de Pesca είχαν κόκκινες , κίτρινες, πράσινες και μαύρες φανέλες και στην μοναδική προβλήτα της μαρίνας τραβούσαν συντονισμένα το σκοινί για να νικήσουν. Γινόταν πανδαιμόνιο, φωνές, χειροκροτήματα, σφυρίγματα των διαιτητών, μεγάλη πλάκα.

Εκείνη την ώρα φθάσαμε στη μαρίνα ο Ερικ, ο Λούτσο και εγώ φορτωμένοι με δεκάδες κιβώτια προμήθειες για το μεγάλο ταξίδι. Ανάμεσα σε αθλητές και φιλάθλους στην στενή ξύλινη προβλήτα καταφέραμε ναι περνάμε και να μεταφέρουμε ένα ένα τα κιβώτια στο Alegria το ιστιοπλοϊκό σκάφος του Ερικ. Μπύρες, κρασιά, κονσέρβες, τυριά , το πατέ, γλυκά, φρούτα, σοκολάτες, λεμόνια , κρεμμύδια ήταν όλα πια στο αμπάρι του σκάφους. Αν μας έβλεπε από εκεί μακριά ο Χριστόφορος Κολόμβος θα ζήλευε. Ήταν 3 το μεσημέρι και όλα ήταν έτοιμα για αναχώρηση. Ένα πλήθος είχε μαζευτεί να αποχαιρετήσει τους σύγχρονους Αργοναύτες. Η Λορεντάνα στα άσπρα, πρώτη στην προβλήτα με τα πέντε παιδιά της, γαμπροί, νύφες, εγγόνια, φίλοι, γνωστοί, η γυναίκα του Λούτσου με τα δύο μικρά μαυράκια της, η μάννα και οι αδελφές του δεκαοκτάχρονου Ματία που είχαν έρθει από την Μπογκοτά να τον αποχαιρετήσουν, συγγενείς και φίλοι, συναθλητές ιστιοπλόοι ήταν όλοι εκεί. Αποχαιρετισμοί, φωνές, αγκαλιές, δώρα, ενθύμια, φιλιά, συγκινήσεις, φωτογραφίες. Μαντήλια και καπέλα ανέμιζαν αισιόδοξα σε μία χαρούμενη εορταστική νικητήρια κίνηση καθώς το Alegria ανοιγόταν στον Κόλπο της Καρταγένας.

Σε λίγο ήμασταν μόνοι, δεξιά μας ήταν ο κεντρικός ναύσταθμος της χώρας, υποβρύχια, αντιτορπιλικά, πολεμικά σκάφη επιφανείας, αριστερά μας οι γερανοί του λιμανιού και πολλά φορτηγά πλοία που περίμεναν αρόδο να ξεφορτώσουν, στο βάθος οι ουρανοξύστες της Καρταγένα μικραίνανε σιγά σιγά μέχρι που γίνανε κουκίδες στον ορίζοντα. Ανεβάσαμε το κεντρικό πανί την Μαγιόρ και δεν αργήσαμε να συναντήσουμε τα κύματα της Καραϊβικής. Ήταν οκτώ 8 μποφόρ Βοριάς, τα κύματα έρχονταν από την Κούβα. Ήταν τεράστια κύματα αργοκίνητα 3 – 4 μέτρα ύψος. Μου ήρθε στο νου η φράση φυσάει Βοριάς από Νοτιά όπως λέμε χαριτολογώντας στο Αιγαίο. Κάθισα έξω στην πρύμνη να με φυσάει ο αέρας μην τύχει και ζαλιστώ και κάνω την ναυτική φήμη της Ελλάδας ρεζίλι. Που και που ερχόταν κανένα κύμα στο κατάστρωμα και μου έσκαγε στο πρόσωπο, έγλυφα τα χείλη μου να δοκιμάσω το αλάτι της Καραϊβικής και περίμενα υπομονετικά να στεγνώσω. Ευτυχώς έκανε ζέστη. Είχαμε τον καιρό στο πλάι, το σκάφος είχε γύρει για τα καλά στην μία πλευρά και κρατιόσουνα να μην γλιστρήσεις στη θάλασσα. Η βασίλισσα Μαγιόρ μας κρατούσε σταθερούς στα πλάγια κουνήματα και τρέχαμε 10 κόμβους την ώρα.

Μετά από τέσσερις ώρες πορεία φθάσαμε στα νησιά Ροζάριο καταμεσής στο πέλαγος. Ο Ερικ πέρασε αριστοτεχνικά το σκάφος ανάμεσα σε κάτι ύφαλους και βρεθήκαμε έτσι μέσα σε ένα προστατευμένο κόλπο. Η ακτή είχε μια κάτασπρη αμμουδιά και κοκοφοίνικες. Μόνο ο Ροβινσών Κρούσος δεν ήρθε να μας προϋπαντήσει. Ρίξαμε άγκυρα στα βαθιά. Σκέφτηκα προς στιγμή να βουτήξω στα γαλαζοπράσινα νερά για να συνέλθω αλλά είπα, άστο καλύτερα, που ξέρεις κανένα μεγάλο ψαράκι μπορεί να έρθει να σου κάνει παρέα. Πριν νυχτώσει κατεβήκαμε στο σαλόνι. Ήταν ένα μεγάλο τραπέζι και γύρω γύρω σχεδόν σε επαφή καναπέδες που μπορούσες να κοιμηθείς. Ήπια ένα Gin and tonic μήπως συνέλθει το ανακατεμένο από την τρικυμία στομάχι μου. Ο Ερικ μαγείρεψε μια υπέροχη μακαρονάδα. Ο Λούτσο έπλυνε τα πιάτα. Κοιμήθηκα στον καναπέ του σαλονιού και δεν πήγα στην κλειστοφοβικά μικρή καμπίνα μου. Η Alegria κουνιόταν σαν χαλασμένη κούνια μωρού. Ευτυχώς είμαι εύκολος στον ύπνο.

Ξύπνησα το πρωί νωρίς, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, ανέβηκα στο κατάστρωμα και ήταν όλοι εκεί. Η Alegria είχε σηκώσει άγκυρα και σήκωνε πανιά. Σε λίγο αφήσαμε τους ύφαλους και βρεθήκαμε παρέα με τα γνώριμα πια κύματα. Ο καιρός ήταν ίδιος, οκτώ μποφόρ Βοριάς. Η Major πάντα στην ίδια θέση, το σκάφος γερμένο στο πλάι έσκιζε τα κύματα στον αυτόματο πιλότο. Ο Jorge και ο Μαtias διάβαζαν από ένα βιβλίο στην κουβέρτα, ο Ερικ στο γραφειάκι του καπετάνιου κοίταζε κάτι χάρτες και χάραζε πορείες, ο Λούτσο κοίταζε τον ουρανό σαν να προσευχόταν να κερδίσει το λαχείο η γυναίκα του και εγώ μετρούσα και χάιδευα τα κύματα που μου κάνανε παρέα χωρίς σήμερα να με βρέχουν. Ο Ερικ φωνάζει ξαφνικά. Λούτσο θέλουμε να φάμε κανένα ψάρι σήμερα. Ο Λούτσο σηκώνεται με βαριές κινήσεις παίρνει μία μπετονιά που πιο χοντρή δεν έχω δει στη ζωή μου, της βάζει στην άκρη ένα πολύχρωμο ψαράκι δόλωμα καμιά 25 εκατοστά μήκος, την δένει στο σκάφος με ένα διπλό λάστιχο σαν αυτά που βάζουμε στις σκάρες των αυτοκινήτων και την πετάει στην θάλασσα.

Ατέλειωτες οι ώρες στο κατάστρωμα ενός ιστιοπλοϊκού στον ωκεανό. Στεριά να σου φέρει προσμονή δεν φαίνεται πουθενά. Είσαι μόνος με τον γαλάζιο ουρανό και τα κύματα. Παρέα μόνο κανένα συννεφάκι που την ημέρα ερχόταν που και πού να σταθεί μπροστά στον παντοκράτορα ήλιο. Το βράδυ μόνος στο θαλασσινό σκοτάδι έχεις τα αστέρια από μακριά να σε κάνουν να μην νιώθεις μόνος. Αφόρητη η μοναξιά στον ωκεανό. Ευτυχώς που είναι και ο αέρας και μια σε χαϊδεύει ανάλαφρα και μια σε σπρώχνει δυνατά. Τι θα κάναμε αλήθεια χωρίς τον αέρα; Τι θα γινόταν αν σταματούσε και μέναμε ακίνητη στην μέση του ωκεανού; Τι πορεία θα χαράζαμε χωρίς αέρα στα πανιά μας; Πέρναγα την ώρα μου κοιτώντας τα κύματα. Προσπαθούσα να καταλάβω πως σπρώχνει το ένα το άλλο, τι παιχνίδια παίζουν με το φως, θαύμαζα το κινούμενο ανάγλυφο πού σχηματίζουν στον επίπεδο θαλασσινό κάμπο. Εκείνη την ώρα του στοχασμού τεντώνει επικίνδυνα το λάστιχο που ήταν δεμένη η πετονιά. Ο Λούτσο τρέχει πανικόβλητος. Ενα πτερύγιο φαίνεται στον ορίζοντα σαν ένας καρχαρίας να ακολουθεί το σκάφος από απόσταση. Είναι μεγάλο ψάρι λέει ο Λούτσο φοβάμαι θα μας σπάσει την πετονιά. Τελικά τα κατάφερε και ανέβασε ένα τεράστιο τόνο. Τα μάτια του είχαν την έκφραση μιας παγερής απορίας καθώς στεκόταν ακίνητος κρεμασμένος στο βαρούλκο στο πίσω μέρος του πλοίου.

Στις πέντε το απόγευμα συνήθως οι ιστιοπλόοι αντί για τσάι πίνουν αλκοόλ. Κατεβήκαμε στο σαλόνι. Το σκάφος κούναγε συνεχώς, μέρα νύχτα. Ο καιρός δεν είχε αλλάξει όλες αυτές τις μέρες. Τα μάτια μαγειρέματος της κουζίνας είχαν ελατήρια σε όλες τις κατευθύνσεις για να κρατιέται η κατσαρόλα οριζόντια. Ήθελα να πάω τουαλέτα και το σκεπτόμουν να μην χτυπήσω πουθενά στην διαδρομή. Για να κατουρήσεις όρθιος χρειαζόσουν τρία χέρια. Το ποτήρι με το ποτό δεν τολμούσες να το αφήσεις στο τραπέζι. Σε λίγο ο Λούτσο εμφανίζεται με μια πιατέλα με κολλημένο φελλό στον πάτο για να μην γλιστράει στο τραπέζι. Ηταν γεμάτη με μικρά κομμάτια κόκκινο ωμό ψάρι. Την συνόδευε ένα μπολ με κίτρινη σάλτσα. Είδα τον ωμό τόνο και με έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν μου αρέσουν καθόλου τα Sushi και τα ωμά ψάρια που τρώνε οι Γιαπωνέζοι. Έλεγα να αρνηθώ αλλά ντράπηκα. Δοκίμασα από ευγένεια και το ψάρι ήταν καταπληκτικό. Μου άρεσε τόσο που έφαγα πιο πολύ από όλους. Την άλλη μέρα ο Λούτσο έπιασε ένα Dorado, ένα μεγάλο ψάρι που μοιάζει με τους δικούς μας κυνηγούς, το ετοίμασε σύμφωνα με μια γνωστή σε όλη την ισπανόφωνη Αμερική συνταγή, το Chevize. Βάζεις κομμάτια από το ψάρι σε ένα μεγάλο μπολ γεμάτο χυμό από φρέσκια λεμόνια, κρεμμύδια και άλλα μπαχαρικά. Το αφήνεις έτσι να μαρινάρεται αρκετές ώρες και μετά το τρως. Ο Λούτσο με σέρβιρε το Chevize προσωπικά με την υπερηφάνεια του αρχιμάγειρα. Ήταν εξαίσιο. Απορούσα με τον εαυτό μου που έτρωγε τελικά με ευχαρίστηση ωμά ψάρια.

Την άλλη μέρα φάνηκε στεριά, ήταν τα τροπικά ορεινά δάση του Παναμά. Η παναμερικάνα, ο αυτοκινητόδρομος που ξεκινάει από το Μεξικό και διασχίζει την κεντρική Αμερική σταματάει στο κανάλι του Παναμά. Πέραν από εκεί προς Νότο δεν υπάρχουν δρόμοι. Εκεί συναντά κανείς μερικά από τα πιο παρθένα δάση της Λατινικής Αμερικής. Καθώς πλησιάζαμε το κανάλι και έπεφτε νύχτα είχε σημάνει συναγερμός στο σκάφος. Η θάλασσα ήταν γεμάτη εκατοντάδες φορτηγά πλοία που έρχονταν ή έφευγαν από το κανάλι του Παναμά και έπρεπε να προσέχουμε να μην τρακάραμε με κανένα. Κάναμε βάρδια όλη τη νύχτα ανά δύο, ο Λούτσο και εγώ και ο Jorge με τον Matia. Το πρωί μπήκαμε στον κόλπο της πόλης της Kολόν χωρίς προβλήματα, περάσαμε ανάμεσα σε δεκάδες φορτηγά πλοία που περιμένανε να τα βάλουν στις λεγόμενες πόρτες – δεξαμενές και τα κατεβάσουν ή ανεβάσουν 30 μέτρα από τον ένα ωκεανό στον άλλο. Με τα πολλά μπήκαμε σε κάτι πανέμορφα μέσα στην τροπική βλάστηση κανάλια μέχρι να φθάσουμε στην μαρίνα των μικρών σκαφών.

Ήταν μια πανέμορφη μαρίνα σε ένα μαγευτικό τροπικό τοπίο. Την διαχειριζόταν ένας Αμερικάνος με χίπικη εμφάνιση που φαινόταν ότι είχε φάει τη ζωή του στη θάλασσα. Ήρθε και μας έδεσε ο ίδιος προσωπικά. Πήρα το σαμπουάν μου και έτρεξα στα ντους της μαρίνας. Κάθισα κάτω από το ντους με το ζεστό νερό για ώρες και αναγεννήθηκα. Ο Ερικ ήταν στο εστιατόριο-καφέ της μαρίνας και έδινε τα χαρτιά του σκάφους σε έναν ατζέντη που θα διεκπεραίωνε τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Δύσκολη υπόθεση να περάσεις με σκάφος το κανάλι του Παναμά. Πολλά χρήματα, ραντεβού, επιθεωρήσεις. Στο τέλος πρέπει να περιμένεις υπομονετικά την σειρά σου. Δύο βδομάδες θα περίμενε ο Ερικ μέχρι να περάσει στον Ειρηνικό.

Η μαρίνα ήταν γεμάτη από ευρωπαϊκά ιστιοπλοϊκά. Είχαν όλα περάσει τον Ατλαντικό. Οι περισσότεροι ήταν συνταξιούχοι γύρω στα εξήντα που είχαν το χρόνο και το χρήμα για τέτοια ταξίδια. Το έλεγε όμως η καρδιά τους. Ανεβασμένοι στα κατάρτια τους έβλεπα να συντηρούν τα σκάφη τους και να είναι έτοιμοι να συγκρουσθούν με τα κύματα σαν να θέλουν να προκαλέσουν τον ωκεανό για να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι είναι ακόμη μάχιμοι, να δείξουν ότι ο ηρωισμός δεν έχει ηλικία και σύνορα αλλά είναι στην ψυχή του καθενός.

Ο Παναμάς είναι μια χώρα 3,5 εκ. κατοίκων. Το αμερικάνικο δολάριο είναι το νόμισμα της χώρας. Έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1903 που αποσχίστηκε από την μεγάλη Κολομβία με πρωτοβουλία των ΗΠΑ στις οποίες παραχωρήθηκε μια εδαφική ζώνη της χώρας για να κατασκευάσει το κανάλι του Παναμά που θα ένωνε τον Ειρηνικό με τον Ατλαντικό ωκεανό. Το 1977 έγινε μια ιστορική συμφωνία που επανέφερε σταδιακά το κανάλι στην εθνική κυριαρχία του Παναμά και σήμερα αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων για την χώρα.  Το 1969 ανέλαβε την εξουσία, μετά από πραξικόπημα, ο συνταγματάρχης Omar Torillo που προχώρησε σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Σκοτώθηκε το 1981 σε αεροπορικό δυστύχημα που πολλοί λένε ότι ενορχήστρωσε ο μαφιόζος διάδοχος του στην εξουσία, ο περιβόητος Νοριέγκα. Ο Νοριέγκα μετέτρεψε τον Παναμά σε κέντρο διακίνησης ναρκωτικών και μαύρου χρήματος. Εξοντώθηκε το 1989 με την γνωστή μυθιστορηματική στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ. Σήμερα ο Παναμάς δεν είναι μόνο σημαία ευκαιρίας για τα ποντοπόρα πλοία άλλα και ένας φορολογικός παράδεισος που καταγράφεται σαν μια από της ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της κεντρικής Αμερικής. Στα παρθένα δάση του Παναμά ζουν ακόμα διάφορες ινδιάνικες φυλές που διατηρούν αναλλοίωτα τα ήθη και έθιμα τους.

Φωνάξαμε με τον Ερικ ένα ταξί να μας πάει στην Κολόν μία πόλη τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων στην μεριά του Ατλαντικού. Η Κολόν είναι φτωχή πόλη λιμάνι με μεγάλη εγκληματικότητα σε αντίθεση με την πρωτεύουσα, το Panama City, στον ειρηνικό που συγκεντρώνει όλους τους ουρανοξύστες και το χρήμα του Παναμά. Μια πτυσσόμενη γέφυρα στο κανάλι χώριζε και ένωνε την νότια πλευρά που βρισκόταν η μαρίνα με την πόλη. Ήμασταν άτυχοι, ένα ποντοπόρο πλοίο περνούσε από το κανάλι όταν φθάσαμε εκεί. Περιμέναμε στο ταξί με εκατοντάδες άλλα αυτοκίνητα δύο ώρες μέχρι να περάσουμε απέναντι. Στην Κολόν νοικιάσαμε ένα αυτοκίνητο, αγοράσαμε διάφορες προμήθειες, ο Ερικ μου έκανε δώρο ένα χειροποίητο έργο τέχνης ζωγραφικής των ινδιάνων San Blaz που ζουν στην περιοχή. Μετά γυρίσαμε στη μαρίνα. Αυτή την φορά ήμασταν τυχεροί , η γέφυρα στο κανάλι ήταν ανοιχτή.

Την άλλη μέρα πετούσα στην Γουατεμάλα στο δρόμο του γυρισμού για την Ελλάδα αλλά παρουσιάστηκε ένα απρόσμενο πρόβλημα. Οι υπάλληλοι που ελέγχανε τα διαβατήρια στη μαρίνα είχαν τρεις μέρες αργία λόγω καρναβαλιού…  Χωρίς δικιά τους σφραγίδα εισόδου στη χώρα δεν μπορούσα να φύγω. Βάλαμε τα μεγάλα μέσα και την τελευταία ώρα δίνοντας πενήντα δολάρια μπαξίσι μια υπάλληλος άφησε το καρναβάλι και ήρθε σούρουπο να μου σφραγίσει το διαβατήριο στο σκάφος. Χαιρέτησα την Alegria και όλο το υπέροχο πλήρωμα. Είχαν γίνει φίλοι πια.

Ο Ερικ με πήγε με το νοικιασμένο αυτοκίνητο στο Panama City, 150 χιλιόμετρα μακριά. Ήπιαμε ένα ποτό σε ένα πολυτελές καφέ ανάμεσα στους ουρανοξύστες παίρνοντας μια μυρουδιά από την χλιδή του μαύρου χρήματος και μετά με άφησε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για να προλάβω την πρωινή μου πτήση. Τον ευχαρίστησα για την φιλοξενία και την ευκαιρία που μου έδωσε για τόσες αξέχαστες εμπειρίες. Τον κάλεσα να έρθει στην Ελλάδα, του είπα ότι θα τον φιλοξενήσω στα ελληνικά νησιά και θα τον πάω στην πατρίδα του πατέρα μου, την Καστοριά στην Μακεδονία να δει πανέμορφες λίμνες και βουνά που δεν έχει ξαναδεί ποτέ. Του είπα ότι στα βουνά αυτά δεν κινδυνεύουμε, δεν έχει έμπορους ναρκωτικών παρά μόνο αρκούδες. Με κοίταξε με μία έκπληκτη καχυποψία. Μη φοβάσαι του λέω οι ελληνικές αρκούδες τρώνε μόνο καρύδια και μέλι.